παιδαριώδης τον Αύγουστο... [αναδημοσίευση]
Ηταν ένας παράξενος ο φετινός χειμώνας που έφυγε
ήδη από καιρό
αλλά ακόμα στέλνει πίσω του τις βροχές...
Ασαφής χειμώνας
σαν αιφνίδια συνάντηση υποθέσεων που έχουν χάσει το νόημά τους από χρόνια, αλλά με αμήχανα χαμόγελα αρνούνται να το παραδεχθούν, όλο ευγένειες και λάιτ λόγια λέγοντας, για
να περάσει η ώρα με έναν καθώς πρέπει τρόπο, μη γίνουν σκουπίδια παλιά αισθήματα,
ένας χειμώνας σαν άντρας που στη μέση της ηλικία του αλλάζει το άρωμά του και πάντως ο τελευταίος που έφυγε με ένα τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλη α λα Ζαν Γκαμπέν...
.................................
Ε νας άγγελος με μαύρα φτερά
που μέσα τους κατοικούν άσπρα πουλιά
κι ένας άγγελος με άσπρα φτερά
που μέσα τους κατοικούν μαύρα πουλιά
ούτε αυτήν τη φορά μπόρεσα να διαλέξω, ίσως
τον επόμενον χειμώνα, για την
ώρα καλοκαίρι, ένα φιατάκι εξακοσαράκι δηλαδή βαμμένο στο κόκκινο της φεράρι
Η ιωνική αρχιτεκτονική του θέρους, τότε που μύριζε η καβαλίνα της κατσίκας στο λιοπύρι του μεσημεριού το χωριό της μάνας μου, όταν
με τις αυτάρες μου ορθάνοιχτες άκουγα ιστορίες για νεράιδες που μάγευαν τους δράκους! κι ύστερα έτρεχα φορτσάτος να τις ζωγραφίσω - τους δράκους μια χαρά τούς κατάφερνα, ακόμα τους ζωγραφίζω θερίους, πράσινους και φλογοβόλους με πλουμιστούς θώρακες κι άρματα δαμασκηνά, τις νεράιδες όχι. Ποτέ δεν τα κατάφερα καλά,
κάτι τα μάτια τους, κι οπωσδήποτε το μειδίαμα, δύσκολα τοπία - να τα σκιτσάρεις είναι απλώς υπεκφυγή· στη ζωγραφική είναι που θα δεις αν αυτά τα μάτια σε βλέπουν κι αν αυτό το χαμόγελο δεν είναι ένα πόστερ για τα μαγαζιά
που σερβίρουν ποτά και κλισέ στυλάκια
για νικητές και ρέκτες
απ' αυτούς που μασάνε τη ζωή για πλάκα και φτύνουν όταν μιλάνε διαφημίσεις - σε έχουν νικήσει, φίλε μου, όλοι αυτοί χίλιες φορές στην Αδριανούπολη και τη Μαγνησία.
..................................
Πάρε τον δρόμο
φέτος το καλοκαίρι
με έναν άγιον ψηφιδωτόν, χλωμιασμένον στα χρώματα κι ήσυχον στη φωνή (να τον ακούν εκείνοι που του έβγαλαν τα μάτια στις τοιχογραφίες της Καππαδοκίας) κι άσε τον να σε πάει εκεί που η κατσίκα τρώει τα φύλλα της μουριάς το μεσημέρι,
άσε τον αδάκρυτο ήλιο να σου πυρώσει το μέταλλο
κι έχει ο θεός.
Τρεις φορές γύρισε προς τα ύψη η Τύχη του Δημήτριου πριν να τον αφανίσει ο τελευταίος έρωτας,
Τρεις φορές βασιλιάς σε τρία διαφορετικά βασίλεια, ένα πλούσιο, ένα όμορφο, ένα δυνατό - τι λιγώτερο λοιπόν προσδοκάς εσύ, όταν έχεις στην τσέπη σου πέντε ευρώ, τα τσιγάρα σου και λίγες χάντρες κεχριμπάρι;
Ε ίναι η Ελλάδα το καλοκαίρι μια νεράιδα από θάλασσα
κι είσαι κι εσύ το καλοκαίρι η άφεση των αμαρτιών του χειμώνα...
ΣΤΑΘΗΣ Σ. 4.VII.2009 [email protected]