Γαρουφιάς
Διάβασα πρόσφατα και αναδημοσιεύω απόσπασμα απο το all time classic Αιγινήτικο έπος "Γαρουφιάς" (απο τον στίχο Κ)
...Από την άσπρη Πέρδικα της Αίγενας τη χάρι
κίνησε το Μουρτζέϊκο με το πολύ καμάρι
με δώδεκα πλεούμενα, μπρατσέρες και τσερνίκια
και είχαν όλοι δίκοπες με κίτρινα μανίκια.
Πρώτος ο Τρεκλοπόδαρος και ο Γεροκουβέντας
Ο Νικολάκης και ο γυιός της θειά-Λενιώς ο Μέντας,
Ο Μπακαλιάρος, ο Μαρτής, ο γέρω-Κοταπήτας,
Ο Νισαράς, οι Μπόγρηδες, ο Παναγής ο Γκίκας,
οι Μαλτεζέοι, οι Τσολάκηδες, του Μπόγρη ο πρώτος γυιόκας,
της θαιάς-Μαρίας της Κατσούς ο άντρας, κι’ ο Μητρώκας
ο Κουτουλιέρης, ο Νταβάς, ο Τρίμης, ο Αρνάτσης,
ο ‘Αλφα συ ,της Γιώργενας, ο δάσκαλος Κανάτσης,
ο Τσίμινος, οι Ντέντηδες, ο Αλυφαντής ο Γιάννης,
ο Μπαρμπα-Αργύρης ο κοντός, ο αδελφός του ο Σπύρος,
ο Θοδωρής απ’ το Σταυρό και ο Μπάρμπα -Σωτήρος,
ο Κατσαράς απ’ του Γουρλιάμ, ο ξάδελφος του ο Νίκος,
ο Κολιαλάμπρος οπαχύς κι’ ο άντρας της Μερδίκως,
ο Ρεγουλάρος ο ‘κουνιάκ’, ο Γέρω-Γκιτσιγιάννης,
ο Δεσποτάκης ο κοντός Μπόγρης ο Μπάρμπα-Γιάννης,
ο Γκρέθης, οι Μεσκουκηδες, ο άντρας της Μαρίνας,
ο Μαργαρώνης ο πολύς κι’ ο Αντώνης ο Μαγκίνας,
ο των μπεκρήδων πρόεδρος και πάντων κορυφαίος,
και ο Μυλωνοδάσκαλος Μπαμπούσκος ο σπουδαίος.
Και ο τελευταίος κίνησε ο Γιούργας με αντάρα,
Πούχε ασημοκούταλα και σπήτι με αμπάρα.
Ο Κιτσο-μάγκας μοναχά ‘ξαιρέθηκε, διότι
ως Αγκυστριώτης που ήτανε, δεν χτύπαγε Αγκυστριώτη.
Ο Κουτουλιέρης φώναξε:Να στρατευθη κι εκείνος,
εφ’ όσον εις την Πέρδικα κατώκησε μονίμως !
Και τούπε ς’ του Γεράσιμου το μαγαζί που όλοι
της μπενετάδες άφηναν και λέγαν Καλό βόλι!:
Ρε Κίτσο-μάγκα άπιστε, την νέα σου πατρίδα
‘’οπου βαρειά εξάπλωσες την βρώμια σου αρίδα,
‘’οφείλεις να υπερασπιστής και όχι την παληά σου!’’
Κι ο Κίτσος τα’αποκρίθηκε: Δεν θάσαι ς’ τα καλά σου,
΄΄βρε Αναστάση να μου λες να γίνω Διοσμαρίνης,
‘’Θανάσης Βάγιας, Φράντζια, Ντε-Ρόζα,Καρδερίνης.
‘’ Μπορεί ποτέ η κουμπούρα μου κατ΄ Αγκυστριού να στρέψη;
Τ‘ Αγκύστρι με εγέννησε, τ’ Αγκύστρι μ’ έχει θρέψει!
Του Αγγυστριού Ηρόστρατο και άνομο προδότη
να μ’ ονομάσουν θέλετε και Γιούδα Σκαριώτη:
Η όπως είπε ς’ το κακό Στρατάσχη Μπερναντότε,
-πριν της Επαναστάσεως, εις τον καιρό τον τότε-
Ο Μέγα-Ναπολέοντας σε φα και λα μαντζόρε
αηδιασμένος κι’ άγριος : Fuori traditore!,
να μου ειπούν και μένανε μωρέ παιδιά, ποθήτε
Οι Αγκυστριώτες αύριο: Μπαμπέση χέτε χίτε!;
Οι Περδικιώτες βρήκανε σωστή την άρνησί του,
Κι’ ο Κουτουλιέρης ΄έρριξε νερό εις τι κρασί του.
Ο Κιτσο-μαγκας ξέμεινε έτσι απ’ την εκστρατεία,
καις’ τη πεζούλα ξάπλωσε ’μπροστά ς την εκκλησία.
Ήρθαν απ’ τους Μπενάκηδες, ο Νικολός κι’ ο Γιάννης
Και από τους Γιαννάκηδες ο Γερω-Γαληγάλης
κι’ οι δύο μπατζανάκηδες με το πολύ τους πάχος,
Ο Αναστάσης της Μαχώς κι’ ο Κώστας της Περμάχως.
Ήρθανε κι’ από την Ψαχνή δεκαοχτώ Ψαχνάκια,
από τους Μύλους έντεκα και τρείς απ’ τα Πλακάκια.
Κίνησαν κι’ απ το Βούρκανο δεκάξη παλληκάρια.
και δέκα απ’ τους Τζίκηδες, όλα ξανθά λιοντάρια.
Ήρθε κι’ ο Γιάννης της Χρυσώς από τη Χαλασμένη
με τράτα δωδεκάκουπη καλά παλαμισμένη.
Ο Μήτσος και ο Κωσταντής από το Κοκκαλάκι
Με μια μπατσέρα πράσινη με μπρούτζινο κοράκι.
Με τρεχαντήρα κόκκινη με κίτρινα ζωνάρια
Από τις Πόρτες ήρθανε σαράντα παλληκάρια,
Ο Κάπταν-Γιώργης ο Μουντής, ο γυιός της Περσοφόνης,
Η Θοδοσιά και ο ξάδελφος του Θοδοσά Αντώνης.
Ήρθαν και από τους Λαζάρηδες για αγάπη των γαϊδάρων
Ο Πέτρος και ο Μήτρακας, το ‘άνθος των Λαζάρων.
Αλλά κι’ απ’ τους Καπότηδες με θάρρος και με μένος
κίνησαν δυο λεύτεροι και ένας παντρεμένος.
Απ’ τ ‘Ανιτσέου έφτασαν εφτά καβαλλαρέοι
και τρείς πεζοί ξυπόλυτοι, αντρείοι και γενναίοι.
Απ’ τους Αγίους ο Γκαβός μαζύ με τον Αντώνη
Άντρες ς’ τη φρόνησι τρανοί και ς ‘ την αντρειά μόνοι.
Και πέντε απ’ την Άργιλο και τρείς απ’ το Σφεντούρι
Και δέκ’ από τον Μισαγρό για τ ΄ώμορφο γαϊδούρι.
Όλοι αυτοί μαζεύτηκαν ς’ της Χώρας το λιμάνι
Με αρχηγό τον Δημητρό τον γέρο-Καφερμάνη.
Είχε εκεί συγκετρωθεί της Αίγενας η νιότη
Είχε εκεί οι ασίκηδες, η λεβεντιά η πρώτη
Ο Λογοθέτης,ο Σταθάς, ο Μάδης,ο Κουκούλης
Οι Πέπηδες,οι Κάτσηδες,ο Ρόδης,ο Φουντούλης,
Οι Τρίμηδες, οι Λάμπρηδες, ο Λογιωτατίδης,
Οι Μπήτρηδες, οι Μπέσηδες και ο Οικονομίδης,
Ο Σώρος, οι Λαβούτιδες, ο Γιαννης ο Σακκιώτης,
Ο Καλαμάκης, ο Κουτσός, ο Μήτσος ο Χελιώτης,
Ο Ζέρβας, οι Πετρίτηδες, ο Λίας, ο Κανούσης,
Ο Σταύρος ο Δημόπουλος,ο Γιάννης ο Λεούσης,
Ο Γάτσος ,οι Καλούδηδες, ο Λύσσας, ο Κακούρης,
Οι Στρατηγοί, ο Κορορός, ο Γιάννης ο Λυκούρης,
και όλοι οι Σιμαντώνηδες κι’ οι Πρωτονοταρέοι,
Ο Μοίρας, ο Αλυφαντής και οι Λαμπαδαραίοι,
Ο γερω-Χούνος ο ψαρράς, των κοκοβιών ο Χάρος,
Ο Καραντάνης που πολύ σήκωνε…πάντα βάρος,
(κι είχε φωνάξει κάποτε από ψηλή ελαία:’’
Ξανθή, σαπούνι τσάι νερό! Μου χέκαν τη φωλαία,)
Ο Βολαράς ο Νικολός των γάτων ο προστάτης,
Ο Μπαρμπαντώνης ‘’μάτια μου΄΄ ο γέρω-Καλαφάτης,
Ο πρώτος μεγαλέμπορος των τσίρων ο Τσιτσάνης,
Ο Κιρμιλής, ο Κάλαβρος, ο Τρίπος, ο Σινάνης,
Ο Μπάρμπα-Νίκος ο ψωμάς, ο γερω-Λαλαούνης,
Ο Καψοράχης, ο Βρανάς, ο Μπάρμπα-Χαλιχούλης,
Ο Σήκω-Λάμπρος της Φλουρούς ο άντρας, η Κλαψιάρα
Ο Καμπανάος, το Καρλί, ο Μίζος, η Σαλιάρα,
Ο Κυρκουνάκος,ο Ντεβές, ο Πάνος ο Μαλτέζος,
Ο Γκίκας, ο καλοκρασάς και ο Σακαραβέζος.
Ο Γάλαρος,οι Κλιάφτηδες, ο Μπάρμπα-Παναγούλιας,
Ο Καλαμάρας, ο Λουγκής,κι’ ο γέρω-Πεντικούλιας.
Και τελευταία κίνησε η αριστοκρατία,
Η παινεμένη και τρανή ς’ ονόματα κι’ αξία.
Όλ’ οι μεγάλοι πρόκριτοι από τα πρώτα τζάκια,
που έτρεχε η ευγένεια κ’ από τα δύο μπατζάκια:
Ο γέρω-Χεζοκάνατος, ο Κάλπια-Κολώνας
Ο Γιώργης ο Στραβόκολος, κι’ ο Ντρίτσας ο Κανόνιας,
Ο Βεληγκέκας ο πολύς, δυο τρατών αφέντης,
Ο Λιόρδης ο Ξεροκολιάς, ο Ου κι ο Καλοκέντης,
Ο Παναγής ο Ζάνταλης,ο Καλιαρδής ο Γιάννης,
Ο Κουμπενάς ,ο Δόκανος, ο Μήτσος, ο Σινάνης,
Ο Κιούπ’ ο Λάμπρος, ο Γκαρής, ο γερω-Σκορδαλέας,
Ο Γιάννης ο Κακκαμπεύς, ο γέρω-Στραπακλέας,
Ο Κόλλια- Μούργος, ο Παγκές,ο Μπάρμπα- Λευτεράτσας,
Ο Διασενούς, οι Λιάτσηδες κι’ ο γέρω-Παναγάτσας,
Ο Μήτσος ο Κορκόβιλας, ο Πίπης ο Μαμούρας
Ο γέρω-Μπιλαλαϊκας και ο Χατζημαγκούρας...
