Αναδημοσιεύσεις
Ηταν ένας παράξενος ο φετινός χειμώνας που έφυγε
ήδη από καιρό
αλλά ακόμα στέλνει πίσω του τις βροχές...
Ασαφής χειμώνας
σαν αιφνίδια συνάντηση υποθέσεων που έχουν χάσει το νόημά τους από χρόνια, αλλά με αμήχανα χαμόγελα αρνούνται να το παραδεχθούν, όλο ευγένειες και λάιτ λόγια λέγοντας, για
να περάσει η ώρα με έναν καθώς πρέπει τρόπο, μη γίνουν σκουπίδια παλιά αισθήματα,
ένας χειμώνας σαν άντρας που στη μέση της ηλικία του αλλάζει το άρωμά του και πάντως ο τελευταίος που έφυγε με ένα τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλη α λα Ζαν Γκαμπέν...
.................................
Ε νας άγγελος με μαύρα φτερά
που μέσα τους κατοικούν άσπρα πουλιά
κι ένας άγγελος με άσπρα φτερά
που μέσα τους κατοικούν μαύρα πουλιά
ούτε αυτήν τη φορά μπόρεσα να διαλέξω, ίσως
τον επόμενον χειμώνα, για την
ώρα καλοκαίρι, ένα φιατάκι εξακοσαράκι δηλαδή βαμμένο στο κόκκινο της φεράρι
Η ιωνική αρχιτεκτονική του θέρους, τότε που μύριζε η καβαλίνα της κατσίκας στο λιοπύρι του μεσημεριού το χωριό της μάνας μου, όταν
με τις αυτάρες μου ορθάνοιχτες άκουγα ιστορίες για νεράιδες που μάγευαν τους δράκους! κι ύστερα έτρεχα φορτσάτος να τις ζωγραφίσω - τους δράκους μια χαρά τούς κατάφερνα, ακόμα τους ζωγραφίζω θερίους, πράσινους και φλογοβόλους με πλουμιστούς θώρακες κι άρματα δαμασκηνά, τις νεράιδες όχι. Ποτέ δεν τα κατάφερα καλά,
κάτι τα μάτια τους, κι οπωσδήποτε το μειδίαμα, δύσκολα τοπία - να τα σκιτσάρεις είναι απλώς υπεκφυγή· στη ζωγραφική είναι που θα δεις αν αυτά τα μάτια σε βλέπουν κι αν αυτό το χαμόγελο δεν είναι ένα πόστερ για τα μαγαζιά
που σερβίρουν ποτά και κλισέ στυλάκια
για νικητές και ρέκτες
απ' αυτούς που μασάνε τη ζωή για πλάκα και φτύνουν όταν μιλάνε διαφημίσεις - σε έχουν νικήσει, φίλε μου, όλοι αυτοί χίλιες φορές στην Αδριανούπολη και τη Μαγνησία.
..................................
Πάρε τον δρόμο
φέτος το καλοκαίρι
με έναν άγιον ψηφιδωτόν, χλωμιασμένον στα χρώματα κι ήσυχον στη φωνή (να τον ακούν εκείνοι που του έβγαλαν τα μάτια στις τοιχογραφίες της Καππαδοκίας) κι άσε τον να σε πάει εκεί που η κατσίκα τρώει τα φύλλα της μουριάς το μεσημέρι,
άσε τον αδάκρυτο ήλιο να σου πυρώσει το μέταλλο
κι έχει ο θεός.
Τρεις φορές γύρισε προς τα ύψη η Τύχη του Δημήτριου πριν να τον αφανίσει ο τελευταίος έρωτας,
Τρεις φορές βασιλιάς σε τρία διαφορετικά βασίλεια, ένα πλούσιο, ένα όμορφο, ένα δυνατό - τι λιγώτερο λοιπόν προσδοκάς εσύ, όταν έχεις στην τσέπη σου πέντε ευρώ, τα τσιγάρα σου και λίγες χάντρες κεχριμπάρι;
Ε ίναι η Ελλάδα το καλοκαίρι μια νεράιδα από θάλασσα
κι είσαι κι εσύ το καλοκαίρι η άφεση των αμαρτιών του χειμώνα...
ΣΤΑΘΗΣ Σ. 4.VII.2009 [email protected]
Ας πάρουμε, ως υπόθεση εργασίας, έναν αμπελουργό. Νέου τύπου. Ας πούμε έναν γεωργό με αστική αντίληψη. Ο οποίος καλλιεργεί 20 στρέμματα αμπέλι καλής ποικιλίας. Ας αφήσουμε στην άκρη τα έξοδα για να το φυτέψει, τα τρία με τέσσερα χρόνια που θα πρέπει να περιμένει ώσπου να του αποδώσει καρπούς, καθώς και την προσωπική του εργασία. Ας παρακάμψουμε αυτήν την επένδυση και τα στάδια απόσβεσής της. Επίσης ας παρακάμψουμε την επένδυση του γεωργού σε μηχανήματα (τρακτέρ και λοιπή υποδομή) -ας
δεχθούμε ότι ο αγρότης μας τα δημιούργησε όλα αυτά με τον κρίνο και χωρίς δάνεια, ήγουν χρέη.
Αν λοιπόν καλλιεργήσει είκοσι στρέμματα και δεν τα παστώσει στο λίπασμα κάνοντας το σταφύλι (και το εκ τούτου κρασί) φαρμάκι, θα έχει μια απόδοση ένα με ενάμιση τόνον το στρέμμα. Αν όλα πάνε καλά (απο καιρό, από θεό κι από ελεύθερη αγορά) μείον τα έξοδά του (λιπάσματα, καύσιμα, μεροκάματα τρύγου) και αν
πιάσει καλή τιμή (πράγμα που συμβαίνει μία στις τρεις χρονιές, μία στις πέντε) ο γεωργός μας θα βάλει στην τσέπη του 2.000 έως 3.000 ευρώ, αν δεν μπει μέσα, ή αν δεν έρθει ίσα βάρκα-ίσα νερά.
Εννοείται ότι, αν μια χρονιά (πόσω μάλλον δύο-τρεις ή πέντε στις δέκα) ο αμπελουργός μας πάει στραβά, χρεώνεται διά βίου.
Με έναν λόγο και συνελόντι ειπείν ο καλός αυτός καλλιεργητής, όταν δεν λιμοκτονεί, βγάζει 200 έως 300 ευρώ τον μήνα -άντε να ζήσει, άντε να κάνει οικογένεια, άντε να μη λαλήσει.
..................................
Σημειωτέον ότι η άμπελος αυτής της χώρας και η ελιά είναι, θα έπρεπε να είναι, το χρυσάφι της! Μη σας γράφω τώρα τι τραβάει (με το κράτος κυρίως) ο οινοποιός για να οινοποιήσει, ας μείνουμε στον πρωτογενή παραγωγό.
Ο άνθρωπος αυτός, τον οποίον όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις απ' τη μεταπολίτευση και ύστερα έχουν χρίσει μεγαλοπρεπώς μαλάκα
οφείλει να ζήσει σαν ραγιάς με 200 ευρώ τον μήνα (κι αν) ή να πεθάνει πολύ οικονομικά κι όσο το δυνατόν πιο σύντομα (μπας και σωθεί το ασφαλιστικό σύστημα).
* Ο διαφημιστής.
Αν ο γεωργός βγάζει - δεν βγάζει και πάντως οφείλει να τη βγάζει με 2.000-3.000 ευρώ τον χρόνο, τόσα βγάζει ένας καλός διαφημιστής τη βδομάδα! παράγοντας αέρα, συχνά παραπληροφορώντας κι ακόμα ενίοτε
Μοντεχρήστος του Αρκά
![]()
Μοντεχρήστος: Καμμιά φορά ανησυχώ μήπως με εγκαταλείψουν όλοι και μείνουν μόνοι τους.
Οταν ανέβηκε στον θρόνο των Καισάρων ο κυρ Αλέξιος Κομνηνός, πρόμαχος του λαού και συν Θεώ υπέρμαχος, το κράτος έπνεε τα λοίσθια.
Το θησαυροφυλάκιο ήταν άδειο, οι Σελτζούκοι ήταν σε απόσταση βολής τόξου απ' το Σκούταρι, και οι Νορμανδοί αγκιστρώνονταν στο δυτικό σύνορο. Η φορολογία βαρειά, οι Δυνατοί ασύδοτοι.
Γόνος της στρατιωτικής γαιοκτητικής αριστοκρατίας ο κύρης Αλέξιος αναλώθηκε στην προσπάθεια να σώσει και στη συνέχεια να επανιδρύσει το κράτος.
Σε αυτήν του την προσπάθεια εκτός απ' τα μέτρα που έλαβε αφ' υψηλού, συχνά είχε και προσωπική συμμετοχή, πολεμώντας μαζί με τους συστρατιώτες του στην πρώτη γραμμή -όπως
όταν έκαψε ζωντανούς μέσα σε μια εκκλησία όσους Φράγκους, ξεφεύγοντας απ' την καταδίωξή του, κατέφυγαν ικέτες σε αυτήν .
Ομως ο αδελφός της Κομνηνής στην προσπάθειά του να ανορθώσει το κράτος, το σκότωσε.
*****
Κατά πρώτον νόθευσε το νόμισμα -το ακλόνητο έως τότε υπέρπυρο- για να αντεπεξέλθει στις ανάγκες της μισθοφορίας. Ακριβώς διότι ο θεματικός στρατός είχε διαλυθεί και στρατός σε εθνική βάση ουδέποτε στο εξής επανιδρύθηκε.
Παραχώρησε τα λιμάνια στους Βενετούς και τους Γενουάτες (ατέλειες, ελεύθερες ζώνες, εγκαστατάσεις), παρόπλισε το ρωμαϊκό ναυτικό και για πρώτη φορά η ανατολή παραχώρησε τις θαλάσσιες οδούς (και την άμυνά τους) στη δύση.
Τέλος, αποδιοργάνωσε τη δημόσια διοίκηση, απονέμοντας σε συγγενείς, φίλους και κολλητούς τα αξιώματα, ενώ ταυτοχρόνως παραχωρούσε τίτλους, χωρίς αντίκρυσμα.
Ετσι, όταν πέθανε ο Αύγουστος Αλέξιος, άφησε το κράτος να στέκεται μεν στα πόδια του, αλλά πόδια πήλινα.
Οχι μόνον το βασίλειο των Ρωμαίων ήταν πλέον «μακροπρόθεσμα νεκρό», αλλά και εν τω μεταξύ σε κατάσταση μη ανατάξιμη...
Το «Μνημόνιο» του πρώτου Κομνηνού (δάνεια απ' τους Δόγηδες, παραχώρηση λιμένων, νόθευση του νομίσματος και στρατιωτική εξάρτηση) δεν μπόρεσαν να το ανατρέψουν ούτε
Ο Μήτσος [αναδημοσίευση]
Ο Μήτσος ο ΠΑΣΟΚΟΣ είναι σήμερα 65-66 χρονώ.
Από νέος πρασινοφρουρός, εξ ου και το παρανόμι, αλλά με νου και γνώση.
Δεν σπατάλησε τις δυνάμεις του, εκεί στη δεκαετία '75-'85, όπως εμείς οι υπόλοιποι στις αφισσοκολλήσεις, τα αμφιθέατρα και τις στρατολογήσεις, πιο
μπασμένος στην πιάτσα ο Μήτσος, εργατόπαιδο άλλωστε, έχτιζε μεθοδικά τα «κονέ του»! Κόλλαγε πού και πού και καμμιά αφίσσα για να 'χει μούτρα να δει τον Λαλιώτη, τσακωνόταν και με τους Κνίτες για να 'χει να το λέει, αλλά κυρίως ο Μήτσος ο ΠΑΣΟΚΟΣ ήτανε «κώλος (όπως απεδείχθη) και βρακί» με τους τοπάρχες του ΠΑΣΟΚ καθώς και «σταθερή βάση»
για τους «πρωτοκλασσάτους» του κινήματος, καταπώς είχαν ήδη αρχίσει να αποκαλούνται τα ανώτερα στελέχη της πράσινης ανάπτυξης (του κόμματος)...
*****
Με όλα αυτά, όταν το ΠΑΣΟΚ πήρε την εξουσία το 1981, ο Μήτσος ο ΠΑΣΟΚΟΣ ήταν απ' τους πρώτους που διορίσθηκαν σε κρατική Βιομηχανία -κάργα φέρελπι εκείνη την εποχή για την οικονομία.
Ο Μήτσος έπιασε δουλειά εργάτης, δαγκωτό ΠΑΣΚΕ και, βεβαίως, συνέχισε τον χαβά του με τα «κονέ».
Από εργατομικροαστική οικογένεια του Βύρωνα ο Μητσάρας, είχε ο πατέρας του μια ταβέρνα, άρχισε ο Μήτσος να δουλεύει ο ίδιος το μαγαζί - να ξεκουραστεί κι ο γέρος, δούλευε έως αργά τη
νύχτα, πήγαινε το πρωί στην κρατική Βιομηχανία για... ύπνο! Ω, ναι! κανόνισε με τα κονέ του ο δουλευταράς μας να σκάει μύτη το πρωί, να χτυπάει κάρτα, 6.15', κι ύστερα να την πέφτει σε μια κόζι γωνίτσα έως τις 12.00.
Στις 12.00 ξύπνημα και φρέσκος φρέσκος καφεδάκι με τα άλλα τα παιδιά, εκτιμήσεις πώς πάει το «κίνημα» και, πάνω απ' όλα, κονέ! Κατά τις 2.00 χτύπαγε κάρτα ο Μήτσος
μια βόλτα απ' το κόμμα και τους μεγάλους, σπίτι, φαγάκι κι ύστερα δουλειά στο ταβερνάκι.
....................................
Αρχισε να φτιάχνεται οικονομικώς ο Μήτσος, και κοινωνικώς; παράγων! Διόρισε κι ένα ανηψάκι του
Κατηφείς σήμερα οι Αρχιερείς...
Βάσκανοι, λέει, όλη τη νύχτα οι οιωνοί -ουδείς είδε ένα όνειρον ωραίον, αναστέναζαν οι πόρτες κι έτριζαν οι σκάλες πολλών σπιτιών,
ενώ ξημερώνοντας,
πλήθος πτηνών γέμισε με τα κουφάρια του τον Φόρο του Θεοδοσίου -μεγάλη κακοσημαδιά
και πολύ φανερή -πώς τώρα
να τα μπαλώσουν οι ιερείς; -δύσκολο να αλλάξουν το νόημα των σημείων, όμως
δεν υπήρχε χρεία ερμηνειών -τα ίδια τα μαντάτα, μαύρα κι άραχλα, έφθαναν απ' όλα τα σημεία του ορίζοντα- πλοία με μαύρα πανιά κατέπλεαν το ένα μετά το άλλο στο λιμάνι του Βουκολέοντα...
* * *
Κατηφείς σήμερα και οι Συγκλητικοί.
Από πολύ νωρίς, σχεδόν αξημέρωτα, έσπευδαν με φούρια όλοι -αργυραμοιβοί, έμποροι, σαράφηδες, πλοιοκτήτες- απ' όλες τις γειτονιές της Πόλης προς το Ιερόν Παλάτιο -ένας δυο αποδοκιμάσθηκαν απ' τους εργατικούς στην Αγορά του Μαγγανά
έπεσαν και κάτι ζαρζαβατικά,
Γαρουφιάς
Διάβασα πρόσφατα και αναδημοσιεύω απόσπασμα απο το all time classic Αιγινήτικο έπος "Γαρουφιάς" (απο τον στίχο Κ)
...Από την άσπρη Πέρδικα της Αίγενας τη χάρι
κίνησε το Μουρτζέϊκο με το πολύ καμάρι
με δώδεκα πλεούμενα, μπρατσέρες και τσερνίκια
και είχαν όλοι δίκοπες με κίτρινα μανίκια.
Πρώτος ο Τρεκλοπόδαρος και ο Γεροκουβέντας
Ο Νικολάκης και ο γυιός της θειά-Λενιώς ο Μέντας,
Ο Μπακαλιάρος, ο Μαρτής, ο γέρω-Κοταπήτας,
Ο Νισαράς, οι Μπόγρηδες, ο Παναγής ο Γκίκας,
οι Μαλτεζέοι, οι Τσολάκηδες, του Μπόγρη ο πρώτος γυιόκας,
Πρώτη φορά άκουσα για την υπόθεση του χρέους του Ισημερινού και τη ρύθμισή του από τον Πρόεδρο της χώρας Ραφαέλ Κορέα στην εκπομπή του εκλεκτού συναδέλφου κ. Παπαστεφάνου στον ΣΚΑΪ και πείσθηκα, για μιαν ακόμη φορά, ότι μονόδρομοι, όπως αυτός του Μνημονίου, δεν υπάρχουν. Παρά μόνον αν παραδεχθείς την ήττα...
Περί τίνος πρόκειται;
Ο Ισημερινός, το Εκουαδόρ, βρέθηκε κι αυτός ένα βήμα πριν από τη χρεωκοπία, λόγω υπερδανεισμού, λόγω υπερπλουτισμού των ολίγων, λόγω καταλήστευσης της χώρας από τις εκεί Ζήμενς και, κυριώτατα, λόγω της συνταγής του ΔΝΤ προς θεραπείαν όλων αυτών -συνταγή θανάτου αλά Αρτζεντίνα...
Πριν από τρία χρόνια ο Πρόεδρος της χώρας κ. Ραφαέλ Κορέα, σοσιαλιστής, αλλά σοσιαλιστής κι όχι ανδρείκελο, συνέστησε μιαν Επιτροπή Ελέγχου του Χρέους της χώρας του με εθνική και διεθνική σύνθεση.
Οπως λοιπόν έγραψε η εκλεκτή συνάδελφος κυρία Βασιλική Σιούτη (Κυριακάτικη, 20.ΙΙ.2011) «μετά
την ολοκλήρωση των εργασιών της επιτροπής η κυβέρνηση του κ. Κορέα ανακοίνωσε ότι βάσει των ευρημάτων ήταν υποχρεωμένη να προβεί στην παύση πληρωμών του δημοσίου χρέους.
Αιτιολόγησε την απόφαση αυτή υποστηρίζοντας ότι το χρέος δεν ήταν νόμιμο, αλλά προϊόν διαφθοράς»
(σ.σ. οι αγορές λύσσαξαν, οι απειλές οργίασαν, αλλά ο Κορέα έμεινε ατάραχος κι ακίνητος σαν βουνό).
«Λίγο καιρό μετά», συνεχίζει η κυρία Σιούτη, «η κυβέρνηση του Ισημερινού απευθύνθηκε στους πιστωτές της με την πρόταση να αγοράσουν όλα τα ομόλογα του χρέους με έκπτωση 65% την οποίαν δέχθηκε το 91% των κατόχων ομολόγων» - δηλαδή
όλοι αυτοί που απειλούσαν με θεούς και δαίμονες τον Ισημερινό και τους «κοπρίτες του», τον λαό του, δέχθηκαν ένα «κούρεμα του χρέους» κατά 65%...
Σήμερα ο Ισημερινός έχει ανακάμψει και τρέχει με ανάπτυξη 4% και τον Πρόεδρό του ισόθεον.
Αλλά είπαμε, ο Κορέα είναι αριστερός, ουμανιστής, σοσιαλιστής κι όχι ποκοπίκο.
Πέρα μακριά, στις αχαρτογράφητες ερημιές της πιο μπανάλ περιοχής του Δυτικού Σπειροειδούς βραχίονα του Γαλαξία, βρίσκεται ένας εντελώς ασήμαντος, μικρός γαλαζοπράσινος πλανήτης, που οι κάτοικοι του, μια μορφή ζωής που κατάγεται από πιθήκους, είναι τόσο πρωτόγονοι ώστε ακόμη θεωρούν πως τα ψηφιακά ρολόγια είναι πανέξυπνη ιδέα. Πολλοί άνθρωποι ήταν κακοί και οι περισσότεροι ήταν δυστυχείς, ακόμα κι αυτοί με τα ψηφιακά ρολόγια. Όλο και περισσότεροι είχαν τη γνώμη πως ήταν μεγάλο λάθος που κατέβηκαν από τα δέντρα. Μερικοί έφτασαν να λένε πως ακόμα και τα δέντρα ήταν μια άσχημη κίνηση και πως δεν έπρεπε καν να έχουν βγει από τους ωκεανούς.
Και τότε, μια Πέμπτη, κάπου δυο χιλιάδες χρόνια από τότε που είχαν καρφώσει κάποιον σ' ένα δέντρο επειδή είπε πόσο ωραία θα ήταν αν άρχιζαν να φέρονται
Vera Lynn (αναδημοσίευση)
Ακουσα για τη Vera Lynn πρώτη φορά σε ένα απ' τα τραγούδια των Pink Floyd στο The Wall, δεν ήξερα τίποτα για αυτήν
και για πολλά χρόνια δεν έμαθα.
Είχα απλώς συνδυάσει με το όνομά της τη μελαγχολία εκείνων που μένουν πίσω στον πόλεμο και περιμένουν τον στρατιώτη να γυρίσει
ο γιος
η κόρη
η αγαπημένη
οι γονιοί
μια μελαγχολία που έρχεται από μακριά, όπως η ομίχλη των αερίων από τα χαρακώματα, όπως η μυρωδιά των αντισηπτικών στα νοσοκομεία των μετόπισθεν, όπως
το γράμμα που φθάνει στο σπίτι πολλά χρόνια μετά τον θάνατο του λοχία στην Μπαστόν, αυτή
η μελαγχολία που, τολμώ να πω, με βρετανικό τρόπο ζωγράφισαν στη μουσική, τη λογοτεχνία και το σινεμά τα παιδιά μιας εποχής όπου απ' τον πατέρα τους απέμεινε ένα παράσημο ή ένα αμπέχονο με κάτι απ' τη μυρωδιά του, η τσιτωμένη μοναξιά της μαμάς καθώς γκριζάριζε μεγαλώνοντας όλο και πιο πολύ μόνη, με όλο και πιο πολύ κομμωτήριο
πειραγμένες βραδιές δίπλα στο ραδιόφωνο και μετά μπροστά στην οθόνη -και το ψητό της Κυριακής, υποχρεωτικό...
....................................
Ηταν για μένα το τραγούδι με τη Vera Lynn η ψιλή βροχή στις βιτρίνες των μικρών λαϊκών μαγαζιών στις επαρχιακές πόλεις, με τους πιτσιρικάδες ακίνητους
μπροστά στο τζάμι τους να ταξιδεύουν, πάνω σε ένα τραινάκι μαίρκλιν -τελείως ακίνητο κι αυτό πάνω στις ράγες του, πολύ ακριβό για να πουληθεί- να σοφάρουν ένα μεταλλικό φορτηγάκι, πολεμικό ή των ταχυδρομείων
κι ύστερα να φεύγουν, φιγούρες χωμένες αδέξια μέσα σε ένα μεγαλίστικο σακάκι με το κοντό τους παντελονάκι να φθάνει ώς τα γόνατα
τα παιδιά των πνιγηρών σχολείων, με το γήπεδο να τα ελευθερώνει τα Σάββατα.
Τώρα τα παιδιά αυτά έχουν μεγαλώσει,
τα παιδιά τους σκοτώνονται σαν λυσσασμένα σκυλιά στο Αφγανιστάν, το Ιράκ κι όπου αλλού τα στείλει η Βασίλισσα ή ο Πρόεδρος, ενώ εγώ κοντά στα πενήντα πέντε μου πια, μαθαίνω
ότι η Vera Lynn ζει ακόμη. Είναι 92 ετών και ο δίσκος της με τα τραγούδια που τραγούδησε στον πόλεμο εμψυχώνοντας τότε τους Βρετανούς, σπαέι τώρα στην επανέκδοσή του όλα τα ρεκόρ των πωλήσεων.
*****
Δεν ξέρω πόσα φαντάσματα κυκλοφορούν ακόμα,
δεν ξέρω αν ο Σοβιετικός που έπεσε στο Βερολίνο φουμάρει κάπου τη μαχόρκα του και κερνάει τον χορευταρά Εβραίο που ξεψύχησε στο Αουσβιτς σπιτίσια βότκα, δεν ξέρω αν ο Αμερικανός ήρωας που σκοτώθηκε στη Νορμανδία βλέπει από μια γωνία του παραδείσου όλους τους αγώνες μπέιζ μπολ που τραβάει η ψυχή του, ούτε αν ο Αγγλος ανθρακωρύχος βασανίζεται όταν θυμάται τη δυσεντερία που τον αφάνισε στη Δουνκέρκη, νιώθω όμως
τον αιώνιο χειμώνα των παιδιών τους μπροστά στις φθινοπωρινές βιτρίνες με την αραιή παράταξη των παιχνιδιών και των βιβλίων -κάτι άγρια περιστεράκια
με τις μπαλάντες τους σαν λιτανείες.
Παρακαλώ, ραδιοφωνάκια της επικράτειας παίξτε σήμερα, Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2009, το τραγούδι της κυρίας Vera Lynn...
ΣΤΑΘΗΣ Σ. 26.ΙΧ.2009 [email protected]

